検索した言葉: forsyningssikkerheden [ 色を無効にする ]
プロの翻訳家、企業、ウェブページ、無料公開の情報バンクから。
デンマーク語 |
ギリシャ語 |
詳細 |
|
最終更新: 2008-03-04 |
|
最終更新: 2008-03-04 |
Kul vurderes på baggrund af forsyningssikkerheden.
|
Δίδεται έμφαση στον άνθρακα για λόγους ασφάλειας των προμηθειών.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Kriteriet med importandelen kan ikke betragtes som en trussel for forsyningssikkerheden.
|
Το κριτήριο του ποσοστού των εισαγωγών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απειλή για την ασφάλεια προμήθειας.
|
最終更新: 2012-03-01 |
For at forbedre forsyningssikkerheden skal der også laves aftaler med andre lande.
|
Η βελτίωση του ενεργειακού εφοδιασμού απαιτεί τη σύναψη συμφωνιών με άλλες χώρες.
|
最終更新: 2012-03-01 |
b) behovet for at opfylde forpligtelser til offentlig tjeneste og garantere forsyningssikkerheden
|
α) την επιδιωκόμενη επίτευξη ανταγωνιστικής αγοράς αερίου 7
|
最終更新: 2008-03-04 |
b) at bidrage til forsyningssikkerheden ved en passende transmissionskapacitet og et pålideligt system
|
β) τη συμβολή στην ασφάλεια του εφοδιασμού μέσω επαρκούς δυναμικού μεταφοράς και αξιοπιστίας του δικτύου·γ) τη διαχείριση των ροών ενέργειας στο δίκτυο με συνεκτίμηση των ανταλλαγών με άλλα διασυνδεδεμένα δίκτυα. Για το σκοπό αυτό, ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς είναι υπεύθυνος για να εξασφαλίζει την ασφάλεια, αξιοπιστία και αποδοτικότητα του δικτύου και, στα πλαίσια αυτά, για να μεριμνά ώστε να είναι διαθέσιμες όλες οι αναγκαίες βοηθητικές υπηρεσίες στο βαθμό που η διαθεσιμότητα αυτή είναι ανεξάρτητη από οιοδήποτε άλλο δίκτυο μεταφοράς με το οποίο το σύστημά του είναι διασυνδεδεμένο·
|
最終更新: 2008-03-04 |
Endvidere kan jeg godt lide, at det primære mål af alle, forsyningssikkerheden, fremhæves.
|
Επιπλέον, θα ήθελα να υπογραμμίσουμε αυτό που αποτελεί προτεραιότητα, και αυτό είναι η ασφάλεια του εφοδιασμού.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Forsyningssikkerheden er lidt på spil, selvom der i øjeblikket er ressourcer, der er meget billige.
|
Διακυβεύεται λίγο η ασφάλεια του εφοδιασμού παρ 'ότι τώρα και πόροι υπάρχουν και πολύ φθηνοί είναι.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Forsyningssikkerheden er lidt på spil, selvom der i øjeblikket er ressourcer, der er meget billige.
|
Διακυβεύεται λίγο η ασφάλεια του εφοδιασμού παρ' ότι τώρα και πόροι υπάρχουν και πολύ φθηνοί είναι.
|
最終更新: 2012-03-21 |
Som en uudtømmelig energikilde garanterer biomasse tillige forsyningssikkerheden, dvs. en vis uafhængighed af tredjelande.
|
Ως ανεξάντλητη ενεργειακή πηγή, η βιομάζα εξασφαλίζει και την ασφάλεια εφοδιασμού, που σημαίνει μια κάποια ανεξαρτησία από τρίτες χώρες.
|
最終更新: 2012-03-21 |
For det første skal de iværksættes på en afbalanceret måde, der tager hensyn til konkurrencedygtigheden og forsyningssikkerheden.
|
Πρώτα απ' όλα πρέπει να υλοποιηθούν με ισόρροπο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού.
|
最終更新: 2012-03-21 |
De transeuropæiske net er umiddelbart en fornuftig foranstaltning, der øger såvel forsyningssikkerheden som konkurrencen på energimarkedet.
|
Τα διευρωπαϊκά δίκτυα είναι σαφώς συνετό μέτρο που συγχρόνως αυξάνει και την ασφάλεια παροχής υπηρεσιών και τον ανταγωνισμό στον τομέα της ενέργειας.
|
最終更新: 2012-03-21 |
For det første skal de iværksættes på en afbalanceret måde, der tager hensyn til konkurrencedygtigheden og forsyningssikkerheden.
|
Πρώτα απ 'όλα πρέπει να υλοποιηθούν με ισόρροπο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Som følge af den nuværende globale situation er forsyningssikkerheden på energiområdet, herunder olie, tilføjet på dagsordenen.
|
Ως αποτέλεσμα της τρέχουσας παγκόσμιας κατάστασης, προστέθηκε στην ημερήσια διάταξη η ασφάλεια του ενεργειακού ανεφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Forsyningssikkerheden for forbrugeren og industrien er opretholdt, og arbejdspladsernes konkurrenceevne er blevet væsentligt forbedret, ikke forværret.
|
Η ασφάλεια εφοδιασμού των καταναλωτών και της οικονομίας διατηρήθηκε, και η ανταγωνιστικότητα των θέσεων εργασίας βελτιώθηκε σημαντικά, δεν επιδεινώθηκε.
|
最終更新: 2012-03-01 |
a) at lette koordinationen af foranstaltninger til sikring af forsyningssikkerheden på fællesskabsplan, herunder i tilfælde af en større forsyningsafbrydelse
|
α) διευκόλυνση του συντονισμού των μέτρων για την ασφάλεια του εφοδιασμού σε κοινοτικό επίπεδο και σε περίπτωση μείζονος διαταραχής του εφοδιασμού·
|
最終更新: 2008-03-04 |
a) de skal have afgørende betydning for konkurrencen på det indre marked og/ellerb) de skal styrke forsyningssikkerheden i Fællesskabet.
|
β) πρέπει να ενισχύουν την ασφάλεια του εφοδιασμού στην Κοινότητα.
|
最終更新: 2008-03-04 |
Jeg erkender, at pessimisternes frygt for, at liberaliseringen fører til forringelser af forsyningssikkerheden, er blevet gjort til skamme.
|
Θα ήθελα να αναγνωρίσω ότι οι φόβοι των απαισιόδοξων μήπως η ελευθέρωση οδηγήσει σε μείωση της ασφάλειας της παροχής έχουν ανατραπεί.
|
最終更新: 2012-03-01 |
Jeg må erklære mig uenig med REX-udvalget, når det siger, at det, der skal prioriteres højest, er forsyningssikkerheden i Europa.
|
Θα ήθελα να πάρω αφορμή από τα λεγόμενα της Επιτροπής Εξωτερικών Οικονομικών Σχέσεων ότι η ασφάλεια εφοδιασμού αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα για την Ευρώπη.
|
最終更新: 2012-03-01 |
検索 人によって翻訳されたフレーズ
謝辞 - 自動翻訳は、我々の統計的自動翻訳機とGoogle、Systran、Worldlingoの協力によって得られたものです。
類似検索の評価を手伝う: transmissionskapacitet (デンマーク語 - ギリシャ語) | forsyningssikkerheden (デンマーク語 - ギリシャ語) | forsyningsafbrydelse (デンマーク語 - ギリシャ語) | forsyningssikkerhed (デンマーク語 - ギリシャ語)
ヘルプを求めているユーザーがいます: 439,1 (ロシア語>英語) | •rollè di tacchino al forno (イタリア語>英語) | pain (英語>ヒンディー語) | kraftstoffreserve:display-meldung (ドイツ語>ハンガリー語) | 340,4 (ロシア語>英語) | • höhe: 26,16 cm (6he) (ドイツ語>フランス語) | udah ngaceng ni peler gw (インドネシア語>英語) | prehnant (マレー語>英語) | motorbrændstof (デンマーク語>ラトビア語) | expenditure (英語>リトアニア語) | dã’â©sormais, je pense t (フランス語>英語) | nwlink (英語>ヒンディー語) | interessenze società e esponenti (イタリア語>スペイン語) | oralie (英語>ヒンディー語) | φασόλι (ギリシャ語>英語)
悪用の報告 |
MyMemoryについて
| 問い合わせ
あなたの言語でMyMemory: English
| Italiano
| Español
| Français
| Deutsch
| Português
| Русский
| 日本語
| 汉语