Ask Google

Results for necessitating translation from English to Greek

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

English

Greek

Info

English

Thus necessitating the issue of a "recognition" document.

Greek

Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμη η έκδοση πιστοποιητικού «αναγνώρισης».

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Warning: Contains invisible HTML formatting

English

Dangerous sites necessitating the use of onerous protective appliances

Greek

Επικίνδυνοι χώροι όπου γίνεται χρήση επίπονου προστατευτικού συστήματος:

Last Update: 2014-11-15
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Full name of the measure necessitating the transmission of information (**)

Greek

Πλήρης ονομασία του μέτρου που χρειάζεται η διαβίβαση πληροφοριών (**)

Last Update: 2014-11-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Necessitating medical monitoring at irregular intervals with intermittent treatment

Greek

Χρήζει ασυνεχούς ιατρικής παρακολούθησης με διαλείπουσα θεραπεία

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Type of measure necessitating the transmission of information (1) (*)

Greek

Είδος μέτρου που χρειάζεται διαβίβαση πληροφοριών (1) (*)

Last Update: 2014-11-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Patients with renal failure necessitating dialysis treatment were not investigated.

Greek

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια οι οποίοι χρήζουν αιμοκάθαρσης δεν ερευνήθηκαν.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Short description of the measure necessitating the transmission of information (**)

Greek

Σύντομη περιγραφή του μέτρου που χρειάζεται διαβίβαση πληροφοριών (**)

Last Update: 2014-11-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Subjects with renal failure necessitating dialysis treatment were not investigated.

Greek

Άτομα με νεφρική ανεπάρκεια τα οποία χρήζουν αιμοκάθαρσης δεν ερευνήθηκαν.

Last Update: 2008-03-04
Usage Frequency: 7
Quality:

Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

English

• poor degree of accuracy for applications necessitating rapid positioning.

Greek

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΘΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Mark the appropriate category for the measure necessitating the transmission of information.

Greek

Σημειώστε την κατάλληλη κατηγορία στην οποία εμπίπτει το μέτρο που χρειάζεται διαβίβαση των πληροφοριών.

Last Update: 2014-11-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

There are really no aspects of road safety necessitating this type of tyre.

Greek

Δεν υπάρχουν στην πράξη λόγοι που να αφορούν την οδική ασφάλεια, για τους οποίους να είναι υποχρεωτική η χρήση τέτοιου τύπου λάστιχων στα αυτοκίνητα.

Last Update: 2008-03-04
Usage Frequency: 3
Quality:

English

The Commission's proposals also take account of other requirements necessitating

Greek

Όμως, έχουν εισαχθεί ελαστικότερα στοιχεία.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Many aquifers cross national boundaries, necessitating agreement over the rate of extraction.

Greek

Πολλά υπόγεια αποθέματα έχουν διασυνοριακό χαρα­κτήρα που καθιστά απαραίτητη μια συντονισμένη εκμε­τάλλευση.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Title, in particular those necessitating the compilation of statistical or accounting data.

Greek

Βλ. δεύτερο μέρος, σχόλιο αριθ. 5316, 5317

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

The request must be intelligible in itself, without necessitating reference to the main pleadings.

Greek

Η αίτηση πρέπει να είναι αφ’ εαυτής κατανοητή χωρίς να απαιτείται παραπομπή στα κύρια υπομνήματα.

Last Update: 2014-11-21
Usage Frequency: 1
Quality:

English

One of the driving socioeconomic forces necessitating research under the Fifth Framework Programme.

Greek

Μία από τις κινητήριες κοινωνικοοικονομικές δυνάμεις που απαιτεί έρευνα στο πλαίσιο του 5ου Προγράμματος Πλαισίου.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Substantial decrease in lopinavir exposure, necessitating dosage adjustment of lopinavir/ritonavir.

Greek

Σημαντική μείωση της έκθεσης στο lopinavir, απαιτώντας αναπροσαρμογή της δοσολογίας του lopinavir/ritonavir.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Further rationalisation of administrative procedures is required, necessitating modifications to Community customs legislation.

Greek

Χρειάζεται περαιτέρω εξορθολογισμός των διοικητικών διαδικασιών, γεγονός που απαιτεί τροποποιήσεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

Clerical Carries out office or technical Assistant work necessitating only occupational specialization or basic skills

Greek

Εκτελεί εργασίες γραφείου ή τεχνικές εργασίες που απαι­τούν μόνο στοιχειώδη επαγγελ­ματική ή τεχνική ειδικότητα

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

English

It must be intelligible in itself, without necessitating reference to the application lodged in the main proceedings.

Greek

Πρέπει να είναι αφ’ εαυτής κατανοητή χωρίς να απαιτείται παραπομπή στο δικόγραφο της κύριας προσφυγής.

Last Update: 2014-11-21
Usage Frequency: 1
Quality:

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK