Ask Google

Results for einsetzenden translation from German to Greek

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

German

Greek

Info

German

Anzeichen einer möglicherweise 1990 einsetzenden Aufwärtsbewegung.

Greek

Οι ενισχύσεις σχετικά με την αξΎα των ενδοκοινοτικών εξαγωγών βιομηχανικών για την μια αρχίζει προϊόντων - ο συντελεστής αυτός μπορεί να θεωρηθεί ένας καλός δείκτης ενδεχόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην Κοινότητα - δείχνουν επίσης μακροπρόθεσμη καθοδική τάση, με ενδείξει ς πιθανής ανοδικής πορείας που το 1990.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Dies brachte sie mit der einsetzenden Konjunkturverschlechterung in eine unangenehme Lage.

Greek

Εξ αιτίας αυτού, βρέθηκαν σε δυσάρεστη θέση όταν ο οικονομικός κύκλος εισήλθε σε λιγότερο ευνοϊκή φάση.

Last Update: 2017-04-07
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Aufgrund der langsam einsetzenden Wirkung kommt es nicht zu akuter Hypotonie.

Greek

Λόγω της βραδείας έναρξης δράσης, δεν παρουσιάζεται οξεία υπόταση.

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

German

In anderen Bereichen wurde die Überarbeitung durch die 2007 einsetzenden Finanzmarktturbulenzen notwendig.

Greek

Η αναθεώρηση συγκεκριμένων άλλων πεδίων υπαγορεύτηκε από την αναταραχή στη χρηματαγορά που ξεκίνησε το 2007.

Last Update: 2017-04-07
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Mit dem Bau der erneuerbare Energie einsetzenden Anlage muss vor 2016 begonnen worden sein,

Greek

η κατασκευή του σταθμού αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πρέπει να έχει ξεκινήσει πριν από το 2016

Last Update: 2017-04-07
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Aufgrund des einsetzenden Beschäftigungswachstums ging die Arbeitslosenquote in beiden Ländern geringfügig zurück.

Greek

Η αpiασχόληση άρχισε εpiίσης να αυξάνεται, µε αpiοτέλεσµα την ελαφρά µείωση των piοσοστών ανεργίας και στις δύο χώρες.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Die kurz danach einsetzenden heftigen Turbulenzen an den internationalen Finanz- und Devisen

Greek

Ποιες όμως συνο­λικές επιπτώσεις θα έχει τελικά η κρίση στις χρηματαγο­ρές εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων που, επί του παρόντος, πολύ δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

- Es bei Ihnen zu plötzlich einsetzenden Schlafepisoden kommt oder Sie starke Schläfrigkeit

Greek

- δείτε ότι σας παίρνει ξαφνικά ο ύπνος ή αν αισθάνεστε έντονη υπνηλία.

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

German

- Es bei Ihnen zu plötzlich einsetzenden Schlafepisoden kommt oder Sie starke Schläfrigkeit

Greek

- σας παίρνει ξαφνικά ο ύπνος ή αν αισθάνεστε έντονη υπνηλία.

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Für die meisten Mitgliedstaaten brachte das letzte Jahr eine Bestätigung des 1996 einsetzenden Aufschwungs.

Greek

Για τα περισσότερα κράτη μέλη το προηγούμενο έτος αποτέλεσε επιβεβαίωση της ανάκαμψης που ξεκίνησε το 1996.

Last Update: 2017-04-25
Usage Frequency: 1
Quality:

German

- die Suche nach konkreten Lösungen zur Bewältigung einer schlagartig einsetzenden Einwanderungserscheinung;

Greek

Πλανάται έτσι η απειλή άλλων άμεσων ή έμμεσων κηδεμονιών.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Es ist bekannt für seinen sofort einsetzenden Effekt und seinen Zusammenhang mit problematischen Konsummustern.

Greek

Είναι γνωστό για τις άμεσες επιπτώσεις του και τη σχέση του με προβληματικά πρότυπα χρήσης.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Mit der 1973 einsetzenden Wirtschaftskrise erweist sich eine Stärkung dieser gemeinschaftlichen Solidarität als dringend notwendig.

Greek

Η ενίσχυση αυτής της κοινοτικής αλληλεγγύης θα καταστεί ακόμη πιο αναγκαία με την οικονομική κρίση που άρχισε το 1973.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Aus juristischer Sicht geht es bei der Debatte der Zukunft um die in Europa nunmehr einsetzenden Prozesse.

Greek

Από νομική άποψη η συζήτηση του μέλλοντος είναι αυτή που αφορά τις δίκες που αρχίζουν να βλέπουν το φως στην Ευρώπη.

Last Update: 2012-03-22
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Anders als in früheren Abschwüngen konnte ein Wachstumsvorsprung auch während der 2001 einsetzenden Konjunkturverlangsamung gehalten werden.

Greek

Σε αντίθεση με την προηγούμενη κυκλική κάμψη της οικονομίας, ο ανώτερος - σε σχέση με τον δυνητικό - ρυθμός ανάπτυξης διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της επιβράδυνσης η οποία άρχισε το 2001.

Last Update: 2017-04-07
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Die Abgeordneten verurteilen das Verhalten der laotischen Behörden gegenüber friedlichen, sich für Demokratie einsetzenden Demonstranten.

Greek

Τέλος, η Επιτροπή καλ.είται να υποβάλ.ει προτάσεις για την εναρμόνιση των περιόδων

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Entweder nehmen wir jetzt Änderungen vor, oder aber wir werden von der einsetzenden Reaktion überwältigt werden.

Greek

Μετά απ' αυτό, θέλω να προσθέσω μόνο ότι παρακολούθησα με τεταμέ­νη προσοχή και σημείωσα με επιμέλεια όλες τις παρεμ­βάσεις που έγιναν σ' αυτή την έδρα.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Trotz der einsetzenden Rezession hat die Gesamt zahl der gewerkschaftlich organisierten Arbeitnehmer 1984—1985 zugenommen.

Greek

Η υγεία και η ασφάλεια αποτελούν ένα σημαντικό πρόβλημα στις επαγγελματι­κές σχέσεις, κυρίως μετά τη θέση σε ισχύ, στο τέλος του 1984, του Machinery and Occupational Safety Act.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Infolge der Auswirkungen der demografischen Alterung und des nach 2012 einsetzenden Rückgangs des Arbeitskräfteangebots wird sich diese Situation noch verschärfen.

Greek

Αυτό θα επιδεινωθεί από τον αντίκτυπο της δημογραφικής γήρανσης, όταν το εργατικό δυναμικό αρχίσει να συρρικνώνεται μετά το 2012.

Last Update: 2017-04-07
Usage Frequency: 1
Quality:

German

Mit der einsetzenden wirtschaftlichen Erholung in der Union nahm die Zahl der Beschäftigten 1995 erstmals seit vier Jahren wieder zu.

Greek

Το 1995 η απασχόληση παρουσίασε μια αύξηση, για πρώτη φορά σε μια περίοδο τεσσάρων ετών, ως συνέπεια της οικονομικής ανάκαμψης που άρχισε να παρουσιάζει η Ένωση.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK