Ask Google

Results for ασταρι translation from Greek to English

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

Greek

English

Info

Greek

«αστάρι»: κάθε επίχρισμα για εφαρμογή σε γυμνό μέταλλο ή σε υφιστάμενα φινιρίσματα με σκοπό την παροχή αντιδιαβρωτικής προστασίας πριν από την εφαρμογή του ασταριού επιφανείας:

English

“Primer” means any coating that is designed for application to bare metal or existing finishes to provide corrosion protection prior to application of a primer surfacer:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«αστάρια αντίδρασης»: επιχρίσματα που περιέχουν τουλάχιστον 0,5 % φωσφορικού οξέος κατά βάρος, προοριζόμενα για εφαρμογή απευθείας σε επιφάνειες γυμνού μετάλλου για να προσδώσουν αντοχή στη διάβρωση και ιδιότητες πρόσφυσης, επιχρίσματα χρησιμοποιούμενα ως αστάρια που επιδέχονται ηλεκτροσυγκόλληση και διαβρωτικά διαλύματα για γαλβανισμένες επιφάνειες και επιφάνειες από ψευδάργυρο·

English

“Wash primer” means coatings containing at least 0.5% by weight of phosphoric acid designed to be applied directly to bare metal surfaces to provide corrosion resistance and adhesion; coatings used as weldable primers; and mordant solutions for galvanized and zinc surfaces.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«αστάρια επιφανείας»: επιχρίσματα για εφαρμογή αμέσως πριν από την εφαρμογή επικαλυπτικού, με σκοπό την αντοχή στη διάβρωση, την αύξηση της πρόσφυσης της τελικής στρώσης και τον σχηματισμό ομοιόμορφου επιφανειακού τελειώματος, με πλήρωση των μικρών ατελειών της επιφάνειας·

English

“Surfacer/filler” means a coating designed for application immediately prior to the application of topcoat for the purpose of corrosion resistance, to ensure adhesion of the topcoat, and to promote the formation of a uniform surface finish by filling in minor surface imperfections;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«αστάρια μετάλλου γενικής χρήσης»: επιχρίσματα για αστάρωμα, όπως υποβοηθητικά πρόσφυσης, προϊόντα στεγανοποίησης, βελτιωτικά επιφανείας, υποστρώματα, αστάρια για πλαστικά, υγρός στόκος για εφαρμογή σε υγρές επιφάνειες, στόκοι που δεν απαιτούν λείανση και στόκοι ψεκασμού·

English

“General metal primer” means a coating designed for application as primers, such as adhesion promoters, sealers, surfacers, undercoats, plastic primers, wet-on-wet, non-sand fillers and spray fillers;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«αστάρια»: επιχρίσματα με στεγανοποιητικές ή/και σφραγιστικές ιδιότητες για χρήση σε ξύλο ή τοίχους και οροφές·

English

“Primers” means coatings with sealing and/or blocking properties designed for use on wood or walls and ceilings;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«μαστίχες πλήρωσης πόρων/προϊόντα στεγανοποίησης»: ενώσεις πυκνής υφής προοριζόμενες για εφαρμογή με σκοπό την κάλυψη των βαθιών ατελειών των επιφανειών, πριν από την εφαρμογή του ασταριού επιφανείας·

English

“Bodyfiller/stopper” means heavy-bodied compounds designed to be applied to fill deep surface imperfections prior to the application of the surfacer/filler;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

«συνδετικά αστάρια»: επιχρίσματα προοριζόμενα να σταθεροποιήσουν χαλαρά σωματίδια του υποστρώματος ή να προσδώσουν υδρόφοβες ιδιότητες ή/και να προστατεύσουν το ξύλο από την κυάνωση·

English

“Binding primers” means coatings designed to stabilize loose substrate particles or impart hydrophobic properties and/or to protect wood against blue stain;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια

English

Primer

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια

English

Primers

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια (μετάλλου) γενικής φύσης

English

General (metal) primers

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια αντίδρασης

English

Wash primer

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια αντίδρασης

English

Wash primers

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια αντίδρασης: κάθε επίχρισμα που περιέχει τουλάχιστον 0,5% κατά βάρος φωσφορικού οξέος προοριζόμενο να εφαρμοστεί απευθείας σε επιφάνειες γυμνού μετάλλου για να αποδώσει αντισκωριακές ιδιότητες και πρόσφυση.

English

Wash primer means any coating containing at least 0.5% by weight of phosphoric acid designed to be applied directly to bare metal surfaces to provide corrosion resistance and adhesion.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια επιφανείας και αστάρια μετάλλου γενικής χρήσης

English

Surfacer/filler and general (metal) primer

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια επιφανείας: επιχρίσματα για εφαρμογή πριν την εφαρμογή τελικής στρώσης με σκοπό την αντίσταση στη διάβρωση, την αύξηση της πρόσφυσης της τελικής στρώσης και το σχηματισμό ομοιόμορφης επιφανείας καλύπτοντας τις μικρές ατέλειες της επιφανείας.

English

Surfacer means any coating designed for application prior to the application of top coat for the purpose of corrosion resistance, to ensure adhesion of the topcoat, and to promote the formation of a uniform surface finish by filling in minor surface imperfections.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια μετάλλου γενικής φύσης: επιχρίσματα για αστάρωμα, όπως υποβοηθητικά πρόσφυσης, προϊόντα στεγανοποίησης, βελτιωτικά επιφανείας, υποστρώματα, αστάρια για πλαστικό, μαστίχες υγρού σε υγρό που δεν απαιτούν λείανση και μαστίχες ψεκασμού.

English

General metal primers means coatings designed for application as primers, such as adhesion promoters, sealers, surfacers, undercoats, plastic primers, wet-on-wet, non-sand fillers and spray fillers.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Αστάρια προετοιμασίας/ στεγανοποίησης/διόρθωσης επιφανείας /πλήρωσης πόρων

English

Primers / Sealers / Surfacers / Fillers

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Περιλαμβάνει επιχρίσματα χρησιμοποιούμενα ως αστάρια επιδεχόμενα ηλεκτροσυγκόλλησης ή διαβρωτικά διαλύματα (γαλβανισμένο μέταλλο και ψευδάργυρος).

English

It includes coatings used as weldable primers, or mordant solutions (galvanised and zinc).

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Συνδετικά αστάρια

English

Binding primers

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

γ) Αστάρια: κάθε επίχρισμα για εφαρμογή σε γυμνό μέταλλο ή σε υφιστάμενα φινιρίσματα με σκοπό να παρέχει προστασία κατά της διάβρωσης πριν την εφαρμογή ενός ασταριού επιφανείας.

English

c) Primer means any coating that is designed for application to bare metal or existing finishes to provide corrosion protection prior to application of a primer surfacer.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK