Ask Google

Results for μητρορραγία translation from Greek to English

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

Greek

English

Info

Greek

μητρορραγία

English

acyclic bleeding

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

Μητρορραγία

English

Metrorrhagia

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Μητρορραγία Ανικανότητα

English

Metrorrhagia Impotence

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE

Greek

Μητρορραγία Ανικανότητα

English

General disorders and administration site conditions Injection site reaction Λ § (various kinds) * °

Last Update: 2011-10-23
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

μητρορραγία, μηνορραγία

English

metrorrhagia, menorrhagia

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE

Greek

Αμηνόρροια, μηνορραγία, μητρορραγία

English

Amenorrhoea, menorrhagia, metrorrhagia

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Αιμορραγία της μήτρας* Μητρορραγία

English

Uterine haemorrhage* Metrorrhagia

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

μητρορραγία, μηνορραγία, μαστοδυνία, πυελικό άλγος

English

metrorrhagia, menorrhagia, breast pain, pelvic pain

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Μη συχνές: μητρορραγία, εκκρίσεις από τα γεννητικά όργανα

English

Uncommon: Uterine haemorrhage, genital discharge

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Μηνορραγία Κολπικό έκκριμα Διαταραχές του καταμήνιου κύκλου Μητρορραγία

English

Menorrhagia Vaginal discharge Menstrual disorder Metrorrhagia Vaginitis

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία, μητρορραγία, άλγος θηλής μαστού

English

Erectile dysfunction, gynaecomastia, metrorrhagia, nipple pain

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 6
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ανικανότητα, αμηνόρροια, μη φυσιολογική εκσπερμάτιση, μηνορραγία, μητρορραγία Γενικές διαταραχές

English

Impotence, amenorrhoea, abnormal ejaculation, menorrhagia, metrorrhagia General disorders

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 4
Quality:

Reference: IATE

Greek

Αιμορραγία από τη μήτρα (μητρορραγία) και εκκρίσεις από τα γεννητικά όργανα.

English

Bleeding from the womb (uterine haemorrhage) and genital discharge.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

αιμορραγία από τη μήτρα (μητρορραγία), κολπικό έκκριμα, μη φυσιολογική κολπική αιμορραγία

English

bleeding from the womb (uterine bleeding), vaginal discharge, abnormal vaginal bleeding, breast discomfort

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

∆υσανεξία µαστού, ∆ιόγκωση µαστού, Μαστοδυνία, ∆υσµηνόρροια, Μηνορραγία, Μητρορραγία, Σπασµός µήτρας, Κολπικό έκκριµα

English

Breast discomfort, Breast enlargement, Breast pain, Dysmen- orrhoea, Menorrhagia, Metrorrhagia, Uterine spasm, Vaginal discharge

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 2
Quality:

Reference: IATE

Greek

Κλινικός όρος που δεν αναφέρεται στο MedDRA προκειμένου να συμπεριληφθούν αναφορές για καταστάσεις μη φυσιολογικής/υπερβολικής έμμηνης αιμορραγίας, όπως μηνορραγία, μητρορραγία, μηνομητροραγία ή κολπική αιμορραγία.

English

Clinical non-MedDRA term to include reports of abnormal/excessive menstrual bleeding conditions such as menorrhagia, metrorrhagia, menometrorrhagia, or vaginal hemorrhage.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

επώδυνη περίοδος (δυσμηνόρροια), διαταραχές του κύκλου, έντονη αιμορραγία από τη μήτρα (μητρορραγία) ιδιαίτερα μεταξύ των περιόδων, ανικανότητα αντίδραση στο σημείο της ένεσης (περιλαμβάνονται ερυθρότητα, οίδημα, αποχρωματισμός, φλεγμονή, πόνος, αλλεργική αντίδραση, βλέπε παράγραφο 2 «Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις»), λύση του δέρματος και καταστροφή του ιστού (νέκρωση) στο σημείο της ένεσης (βλέπε παράγραφο 2 «Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις») γριπώδη συμπτώματα, πυρετός, πόνος, θωρακικός πόνος, συσσώρευση υγρών στα άνω/κάτω άκρα ή στο πρόσωπο (περιφερικό οίδημα), έλλειψη/απώλεια δύναμης (εξασθένιση), ρίγη, εφίδρωση, γενικό αίσθημα αδιαθεσίας.

English

painful periods (dysmenorrhoea), menstrual disorder, heavy uterine bleeding (metrorrhagia) especially between menstrual periods, impotence injection site reaction (including redness, swelling, discolouration, inflammation, pain, allergic reaction, see section 2 “Warnings and precautions”), skin breakdown and tissue damage (necrosis) at injection site (see section 2 “Warnings and precautions”) flu-like symptoms, fever, pain, chest pain, accumulation of fluid in arm, leg or face (peripheral oedema), lack/loss of strength (asthenia), chills, sweating, general feeling of being unwell.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Συχνές: αιμορραγία (γαστρεντερικού, αιματουρία, αιμάτωμα, επίσταξη, αιμόπτυση, μητρορραγία, κολπική αιμορραγία, αίμαρθρο, οφθαλμική, πορφύρα, μώλωπας)

English

Common: bleeding (gastrointestinal, haematuria, haematoma, epistaxis, haemoptysis, utero-vaginal haemorrhage, haemarthrosis, ocular, purpura, bruise)

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Αιδοιοκολπικός κνησμός, αιμορραγία γεννητικών οργάνων, διάβρωση τραχήλου μήτρας, διαταραχή μαστού θήλεος, διαταραχή τραχήλου μήτρας, δυσπλασία τραχήλου μήτρας, έκκριμα γεννητικών οργάνων, κολπική αιμορραγία, κολποκήλη, μαστοδυνία, μετεμμηνοπαυσιακή αιμορραγία, μητρορραγία, ορθοκήλη, πολύποδας τραχήλου μήτρας, πρόπτωση κόλπου, πρόπτωση μήτρας, σκλήρυνση μαστού, υδρόμητρα, υπερπλασία ενδομητρίου ** (βάσει αναφορών ερευνητών)

English

Breast disorder female, breast induration, breast pain, cervix disorder, cervical dysplasia, cervical polyp, colpocele, endometrial hyperplasia** (based on investigator reporting), genital discharge, genital haemorrhage, hydrometra, metrorrhagia, postmenopausal haemorrhage, rectocele, uterine cervical erosion, uterine prolapse, vaginal haemorrhage, vaginal prolapse, vulvovaginal pruritus

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE

Greek

Συχνές: αιμορραγία (γαστρεντερικού, αιματουρία, αιμάτωμα, επίσταξη, αιμόπτυση, μητρορραγία, κολπική αιμορραγία, αίμαρθρο, οφθαλμική, πορφύρα, μώλωπας)

English

Common: bleeding (gastrointestinal, haematuria, haematoma, epistaxis, haemoptysis, utero-vaginal haemorrhage, haemarthrosis, ocular, purpura, bruise) Uncommon: anaemia, thrombocytopaenia Rare: other bleeding (hepatic, retroperitoneal, intracranial/ intracerebral), thrombocythaemia

Last Update: 2011-10-23
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK