From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.
•hort·, of cotton or of
800.000 οχ.
Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 2
Quality:
b. olher «¡hort-lerm financial liabilities
Αλλες βραχυπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές οφειλές Γ.
Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 2
Quality:
hort term hair loss (in most cases normal hair growth should return)
βραχυπρόθεσμη απώλεια μαλλιών (στις περισσότερες περιπτώσεις αναμένεται να επανέλθει η φυσιολογική τριχοφυΐα)
Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:
hort-term expert missions or workshops where national administrations present their solutions to their greek counterparts.
με βραχυπρόθεσμες αποστολές εμπειρογνωμόνων ή εργαστήρια στα οποία εθνικές διοικήσεις παρουσιάζουν τις λύσεις τους στους Έλληνες εταίρους τους.
Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:
hort-term activities: technologies allowing traditional industries, in particular smes, to remain competitive and hence to maintain and develop employment reserves (30 to 40% of the programme budget);
οι βραχυπρόθεσμες ενέργειες: δίνεται δηλαδή προβάδισμα στις τεχνολογίες που επιτρέπουν στους παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους και ιδίως στις ΜΜΕ να παραμείνουν ανταγωνιστικοί και να διατηρήθουν κατά συνέπεια αλλά και να αναπτύξουν το δυναμικό τους απασχόλησης (30 έως 40% του προϋπολογισμού του προγράμματος)
Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality: