Ask Google

Results for λαρυγγιτιδα translation from Greek to English

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

Greek

English

Info

Greek

Γρίπη, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος, βρογχίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, πονόλαιμος και δυσφορία κατά την κατάποση, κυστίτιδα, ιογενής γαστρεντερίτιδα, στοματικός έρπης, οδοντική λοίμωξη, λαρυγγίτιδα, μυκητίαση του πέλματος

English

Influenza, upper respiratory tract infection, urinary tract infection, bronchitis, sinusitis, sore throat and discomfort when swallowing, cystitis, gastroenteritis viral, oral herpes, tooth infection, laryngitis, fungal infection of the foot

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

κιτρίνισμα του δέρματος ή του λευκού των ματιών, ούρα σκουρότερα από το φυσιολογικό ή ανεξήγητη ναυτία και έμετος - αυτά μπορεί να είναι σημεία προβλήματος του συκωτιού και θα χρειαστεί να υποβληθείτε σε εξέταση αίματος λοίμωξη - αυτή μπορεί να περιλαμβάνει γρίππη (πυρετός ή συμπτώματα γρίππης)· λοίμωξη στις κοιλότητες (παραρίνιοι κόλποι) ή στον φάρυγγα· ουρολοίμωξη (λοίμωξη της ουροποιητικής οδού ή κυστίτιδα)· λοίμωξη των αεροφόρων οδών (βρογχίτιδα)· διάρροια ή τάση για έμετο (σημεία γαστρεντερίτιδας)· στοματικός έρπης· οδοντική λοίμωξη· λαρυγγίτιδα ή μυκητίαση των πελμάτων.

English

yellowing of your skin or the whites of your eyes, darker urine than normal or unexplained nausea and vomiting - these may be signs of a liver problem and you will need a blood test infection - this may include flu (fever or flulike symptoms); sinus or throat infection; urine infection (urinary tract infection or cystitis); infection of the airways (bronchitis); diarrhoea or being sick (signs of gastroenteritis); cold sores (oral herpes); tooth infection; laryngitis or fungal foot infection.

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Λοίμωξη του λάρυγγα (λαρυγγίτιδα).

English

Inflammation of the voice box (larynx).

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Πνευμονία, σηψαιμία, γρίπη, κυστίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, λαρυγγίτιδα, θυλακίτιδα, δοθιήνας, μυκητιασική λοίμωξη, πυελονεφρίτιδα

English

Pneumonia, sepsis, influenza, cystitis, sinusitis, laryngitis, folliculitis, furuncle, fungal infection, pyelonephritis

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Πολύ συχνές: Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (ρινοφαρυγγίτιδα, φαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα και ρινίτιδα)

English

Very common: Upper respiratory tract infection (nasopharyngitis, pharyngitis, laryngitis and rhinitis)

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Greek

Λαρυγγίτιδα,

English

Laryngitis,

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 4
Quality:

Reference: Wikipedia

Greek

Βρογχιολίτιδα, Παράτριμμα από κάντιντα, Καντιντίαση, Κυτταρίτιδα, Λοιμώδης ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα, Ιογενής γαστρεντερίτιδα, Νόσος του χεριού-ποδιού-στόματος, Γρίπη, Σπασμωδική λαρυγγίτιδα, Αναπνευστική λοίμωξη, Δερματική λοίμωξη, Αμυγδαλίτιδα, Ανεμευλογιά+‡, Ιογενής επιπεφυκίτιδα

English

Bronchiolitis, Candida nappy rash, Candidiasis, Cellulitis, Infectious croup, Viral gastroenteritis, Hand-foot-mouth disease, Influenza, Pseudocroup, Respiratory infection, Skin infection, Tonsillitis, Varicella+ ‡, Viral conjunctivitis

Last Update: 2017-04-26
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: Wikipedia

Greek

Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα

English

Croup

Last Update: 2015-04-09
Usage Frequency: 21
Quality:

Reference: Wikipedia

Greek

EENT-UR: Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, φαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα, επιγλωττίτιδα

English

EENT-UR: Upper respiratory tract, pharyngitis, laryngitis, epiglottitis

Last Update: 2014-11-21
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: Wikipedia

Greek

Ασθένεια του ανώτερου αναπνευστικού με λαρυγγίτιδα ή ρινοφαρυγγίτιδα ή αμυγδαλίτιδα

English

An upper respiratory tract illness with laryngitis or nasopharyngitis or tonsillitis

Last Update: 2014-11-21
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: Wikipedia

Greek

σπασμώδης (τρισμώδης) λαρυγγίτιδα

English

spasmodic croup

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE

Greek

βήχας της ψευδομεμβρανώδους λαρυγγίτιδος

English

croupy cough

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

οξεία λαρυγγίτιδα

English

laryngeal angina

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

χρόνια λαρυγγίτιδα

English

chronic laryngitis

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

οξεία λαρυγγίτιδα

English

acute laryngitis

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 3
Quality:

Reference: IATE
Warning: This alignment may be wrong.
Please delete it you feel so.

Greek

οξεία αποφρακτική λαρυγγίτιδα

English

Croup

Last Update: 2014-11-12
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λαρυγγίτιδα Αγγειακές διαταραχές

English

Infections and infestations Laryngitis Vascular Disorders

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 7
Quality:

Reference: IATE

Greek

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λαρυγγίτιδα

English

Infections and infestations Laryngitis Vascular Disorders

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Γρίπη Λαρυγγίτιδα Λεμφαγγειίτιδα

English

Influenza Laryngitis Lymphangitis

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Σπάνιες: βρογχιολίτιδα, παράτριμμα από κάντιντα, καντιντίαση, κυτταρίτιδα, λοιμώδης ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα, ιογενής γαστρεντερίτιδα, νόσος του χεριού- ποδιού- στόματος, γρίπη, σπασμωδική λαρυγγίτιδα, αναπνευστική λοίμωξη, δερματική λοίμωξη, αμυγδαλίτιδα, ανεμευλογιά ‡, ιογενής επιπεφυκίτιδα.

English

Rare: bronchiolitis, candida nappy rash, candidiasis, cellulitis, infectious croup, viral gastroenteritis, hand-foot-mouth disease, influenza, pseudocroup, respiratory infection, skin infection, tonsillitis, varicella ‡, viral conjunctivitis.

Last Update: 2012-04-11
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK