Ask Google

Results for λογαριασμός που τηρείται translation from Greek to English

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

Greek

English

Info

Greek

ο λογαριασμός που εμβάζει

English

sending account

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE

Greek

ο λογαριασμός που πιστώνεται

English

recipient account

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE

Greek

δέχομαι εγγύηση που τηρείται στο εξωτερικό

English

to take a collateral held abroad

Last Update: 2014-11-14
Usage Frequency: 5
Quality:

Reference: IATE

Greek

λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

an account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015·

English

a Financial Account maintained by a Reporting Financial Institution as of 31 December 2015

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Έτσι είναι η διαδικασία που τηρείται συνήθως.

English

It is solely on this ground that I would not wish to accept the amendment.

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

α) χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015·

English

(a) a Financial Account maintained by a Reporting Financial Institution as of 31 December 2015.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

β) λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

(b) an account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

a Depository Account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Νέος Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες οντότητες.

English

The term ‘New Entity Account’ means a New Account held by one or more Entities.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

a retirement or pension account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Νέος Ατομικός Λογαριασμός» νοείται νέος λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

English

The term ‘New Individual Account’ means a New Account held by one or more individuals.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.

English

The term ‘Pre-existing Entity Account’ means a Pre-existing Account held by one or more Entities.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.

English

The term “Preexisting Entity Account” means a Preexisting Account held by one or more Entities.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

α) συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

(a) a retirement or pension account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

στ) Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

English

(f) a Depository Account that satisfies the following requirements:

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

English

The term ‘Pre-existing Individual Account’ means a Pre-existing Account held by one or more individuals.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Ως «Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

English

The term “Preexisting Individual Account” means a Preexisting Account held by one or more individuals.

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

Χρυσός εισηγμένος σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, που τηρείται υπό κοινή διαχείριση.

English

Gold listed on a recognised exchange, held on an allocated basis.

Last Update: 2014-11-21
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE

Greek

"λογαριασμός πληρωμής": ο λογαριασμός που τηρείται στον όνομα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμών·

English

"payment account" means an account held in the name of a payment service user which is used exclusively for payment transactions;

Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Reference: IATE
Warning: Contains invisible HTML formatting

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK