Réalisées par des traducteurs professionnels, des entreprises, des pages web ou traductions disponibles gratuitement.
89 and/or establishment, the employer shall enlist competent external services or persons.
89 των εν λόγω δραστηριοτήτων προστασίας και πρόληψης, ο εργοδότης πρέπει να απευθύνεται σε αρμόδιες υπηρεσίες ή άτομα εκτός της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης.
combating child sex tourism offers the commission an opportunity to enlist its various services to step up internal coordination.
Ο αγώνας κατά του παιδεραστικού σεξουαλικού τουρισμού είναι η ευκαιρία για την Επιτροπή να κινητοποιήσει τις διάφορες υπηρεσίες της στα πλαίσια της ενίσχυσης του εσωτερικού συντονισμού.
it will also obviate the need to enlist the services of a technical assistance office in future to select and monitor the actions.
Επιπλέον, επιτρέπει τον αποκλεισμό στο μέλλον της προσφυγής στα Γραφεία Τεχνικής Ενίσχυσης για την επιλογή και την παρακολούθηση των ενεργειών που εφαρμόζονται.
we will have to enlist the support of the many existing networks of women scientists and to obtain their assistance in framing a joint research policy.
Θα πρέπει να κινητοποιήσουμε τα πολυάριθμα δίκτυα γυναικών επιστημόνων και να επιτύχουμε τη βοήθειά τους για τη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής στον τομέα της έρευνας.
unless authorised by the bureau, the study groups are temporary, have no more than 15 members and may enlist the services of experts.
Εκτός αν υπάρξει άδεια του προεδρείου, οι ομάδες μελέτης είναι έκτακτες, αριθμούν λιγότερα από 15 μέλη και μπορούν να ζητήσουν τη βοήθεια εμπειρογνωμόνων.
a prerequisite for successful reform is to put in place sound administration, buttress democratic principles and enlist civil society in the preparation and implementation of reform measures.
Η επιτυχία αυτών των μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει την εφαρμογή μιας χρηστής διαχείρισης, την ενίσχυση των δημοκρατικών αρχών καθώς και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην προετοιμασία και στην εφαρμογή των νέων διατάξεων.
in some member states the legal environment still impedes the development of voluntary activity and, as a result, makes it difficult to enlist stronger social support.
Σε ορισμένα κράτη μέλη η νομοθεσία εξακολουθεί να θέτει εμπόδια στην ανάπτυξη του εθελοντισμού και, επομένως, δεν επιτρέπει την αντίστοιχη υποστήριξή του εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου.
a few days later, immigration officers inform the roma they will pay them to leave and -- possibly -- enlist them in a social reinsertion programme.
Λίγες ημέρες αργότερα, υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης ενημερώνουν τους Ρομά ότι θα τους πληρώσουν για να φύγουν και -- πιθανότατα -- να τους γράψουν σε κάποιο πρόγραμμα κοινωνικής επανένταξης.
commitment and quality of the regional public-private partnership in preparing the regional programme of innovative actions and ability to enlist other regional and local agents, particularly small firms.
Κινητοποίηση και ποιότητα της περιφερειακής εταιρικής σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα όσον αφορά την διαμόρφωση του περιφερειακού προγράμματος καινοτόμων ενεργειών και την ικανότητα κινητοποίησης άλλων περιφερειακών και τοπικών παραγόντων, ιδίως ΜΜΕ.
the commitment and quality of the regional public-private partnership in preparing the regional programme of innovative actions and ability to enlist other regional and local agents, particularly small firms;
κινητοποίηση και ποιότητα της περιφερειακής εταιρικής σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα όσον αφορά την διαμόρφωση του περιφερειακού προγράμματος καινοτόμων ενεργειών και την ικανότητα κινητοποίησης άλλων περιφερειακών και τοπικών παραγόντων, ιδίως των ΜΜΕ·