Da traduttori professionisti, imprese, pagine web e archivi di traduzione disponibili gratuitamente al pubblico.
that face of each test sample which would constitute a grazed exterior part of the tractor must face the lamp.
Η όψη κάθε δείγματος που αντιστοιχεί στην εξωτερική επιφάνεια του υαλοπίνακα του ελκυστήρα τοποθετείται μπροστά στο λαμπτήρα.
pasture land: land covered with grass or other herbage which may be grazed by farmed animals.
Βοσκότοπος: έκταση γης που καλύπτεται από χόρτο νομής ή άλλη ποώδη βλάστηση και στην οποία μπορούν να βοσκήσουν εκτρεφόμενα ζώα.
the flat hungarian puszta steppeshave been grazed for thousands ofyears, making them one of the oldestcultural landscapes in europe.
Η κοιλάδα του piοταού varde ήταν κάpiοτε ένα piολύpiλοκο σύpiλεγα αλυρών λειώνων ε εγάλη αξία ω piρο τη βιοpiοικιλότητα.
as fewer areas were grazed, the alvar began to disappear, smothered by invading scrub of signicantly less ecological value.
Καθώ η βόσκηση κάλυpiτε λιγότερε piεριοχέ, τα «alvar» άρχισαν να εξαφανίζονται, εξαιτία τη ασφυξία piου piροκλήθηκε αpiό του χωροκατακτητικού θανώνε οι οpiοίοι είχαν σηαντικά χαηλότερη οικολογική αξία.
the sheep are grazed on uplands (between 400 and 800 meters) supplemented by fodder hay, straw and wheat stubble.
Η διατροφή των προβάτων βασίζεται στη βόσκηση σε περιοχές μετρίου υψομέτρου (400 έως 800 μέτρα) και συμπληρώνεται με χορτονομή, άχυρο και υπολείμματα σιτηρών.
the second targets the 265m high plateau of kinnekulle 'mountain,' which has been grazed and mowed extensively over the last thousand years.
Το δεύτερο αφορά το - σε υψόμετρο 265μ - οροπέδιο του "όρους" kinnekulle, το οποίο έχει υποστεί εντατική βοσκή την τελευταία χιλιετία.
these are green fallow, grazed fallow, the growing of certain legumes, conversion to woodland, and conversion to non-agricultural use.
Αυτές είναι πράσινα αγραναπαυόμενα εδάφη, αγραναπαυόμενα εδάφη βοσκής, καλλιέργεια ορισμένων λαχανικών, ή μετατροπή σε δάσος και μετατροπή για μη γεωργική χρήση.
mixtures of predominantly grass plants and other forage crops (usually leguminous), grazed, harvested green or as dried hay are included here.
Περιλαμβάνονται εδώ τα μείγματα ποωδών, ως επί το πλείστον, φυτών με άλλα κτηνοτροφικά φυτά (συνήθως ψυχανθή), για βοσκή, που συγκομίζονται χλωρά ή ως αποξηραμένη χορτονομή.