Da traduttori professionisti, imprese, pagine web e archivi di traduzione disponibili gratuitamente al pubblico.
particularly the large eu member states were unwilling to confer greater powers on the commission.
Ιδιαιτέρως τα μεγάλα κράτη της ΕΕ δεν επιθυμούσαν να παραχωρήσουν στην Επιτροπή διευρυμένες αρμοδιότητες λήψεως αποφάσεων.
to confer the implementing powers on the commission to update the community list of authorised food additives;
Η απόδοση των εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή για την επικαιροποίηση του κοινοτικού καταλόγου εγκεκριμένων προσθέτων τροφίμων.
it is thus legally unsound to confer upon third states of transit the right to issue prior authorisation.
Συνεπώς, νομικά φαίνεται αστήρικτο να χορηγείται το δικαίωμα προηγούμενης συγκατάθεσης σε τρίτες χώρες διαμετακόμισης.
the central banks ought therefore to confer as frequently as possible, and certainly before all major decisions.
Οι Κεντρικές Τράπεζες θα πρέπει γι αυτό να συντονίζονται μεταξύ τους όσο το δυνατό συχνότερα, οπωσδήποτε πριν από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.
this body has the power to confer degrees, diplomas, and certificates or students having successfully completed such courses.
Χορηγεί επίσης πτυχία (degrees), διπλώματα (diplomas) και απολυτήρια (certificates) σε όσους φοιτητές τελειώνουν με επιτυχία τις σπουδές τους.
it is not up to us to 'confer' a mission on the body; it is not up to us to 'instruct' the centre.
Δεν είναι δικό μας καθήκον να «προικοδοτήσουμε» το όργανο με μια αποστολή- δεν είναι δικό μας έργο να «αναθέσουμε» κάποια δραστηριότητα στο κέντρο.