Van professionele vertalers, bedrijven, webpagina's en gratis beschikbare vertaalbronnen.
in appendix 2 some developments in total acreage of vineyards in a few winegrowing regions can be found.
Το παράρτημα 2 παρουσιάζει ορισμένες εξελίξεις ως προς τη συνολική έκταση των αμπελώνων σε ορισμένες αμπελουργικές περιοχές.
scientists warn that loss of forest acreage has an effect on athens that is equivalent to a doubling of vehicles overnight.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις της απώλειας δασικής έκτασης στην Αθήνα ισοδυναμεί με ξαφνικό διπλασιασμό των αυτοκινήτων.
implementing agenda 2000 led to an increase in the acreage under cereals due to direct aid for arable crops being aligned on cereal aid.
Η εφαρμογή του προγράμματος "Ατζέντα 2000" οδήγησε σε αύξηση της σποράς σιτηρών, επειδή το σύνολο των άμεσων ενισχύσεων υπέρ των μεγάλων καλλιεργειών εξισώθηκε.
the crop rotation and acreage of parcels with crops with high nitrogen demand and long growing season and parcels with other crops;
την αμειψισπορά και την έκταση, σε εκτάρια, των αγροτεμαχίων με καλλιέργειες με μεγάλες ανάγκες αζώτου και παρατεταμένες καλλιεργητικές περιόδους και των αγροτεμαχίων με άλλες καλλιέργειες·
besides, the wine-grower is obliged to declare each year the acreage of the vineyard and the volume and type of wine produced.
Επιπλέον, ο αμπελουργός είναι υποχρεωμένος να δηλώνει κάθε χρόνο την έκταση του αμπελώνα και τον όγκο και το είδος του παραγόμενου οίνου.
the committee's proposal would therefore entail additional costs of around eur 100 million for additional acreage of around 150,000 hectares.
Η πρόταση της Επιτροπής θα οδηγούσε επομένως σε επιπλέον κόστος της τάξεως των 100 εκατομμυρίων ευρώ για επιπρόσθετη επιφάνεια 150.000 εκταρίων.
allotted by the parish or other organisation, e.g. common grazing land apportioned on an acreage basis (as distinct from land over which common grazing rights are enjoyed);
εκχώρηση από την ενορία ή άλλο οργανισμό, π.χ. κοινός βοσκότοπος, τμήματα του οποίου κατανέμονται (σε αντίθεση με τη έκταση στην οποία υπάρχουν κοινά δικαιώματα βοσκής).