Van professionele vertalers, bedrijven, webpagina's en gratis beschikbare vertaalbronnen.
restricted
Περιορισμένη
Laatste Update: 2017-04-06
Gebruiksfrequentie: 6
Kwaliteit:
restricted’
restricted»
Laatste Update: 2014-11-21
Gebruiksfrequentie: 2
Kwaliteit:
eligibility is restricted to funds or business incubators in which the eif itself has invested. =
Η επιλεξιμότητα περιορίζεται σε ταμεία ή επωαζόμενες επιχειρήσεις, στις οποίες το ίδιο το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων έχει επενδύσει.
conversely, finland restricted choices to areas not already covered by mainstream structural funds programmes.
Αντίθετα, η Φινλανδία περιόρισε τις επιλογές της σε περιοχές που δεν καλύπτονται ήδη από τα προγράμματα των άλλων διαρθρωτικών ταμείων.
if the comparison is restricted to actual payments, the social fund outstripped the regional fund.
1 Αν βασισθεί κανείς αποκλειστικά στις πληρωμές που έχουν πραγματοποιηθεί, το Κοινωνικό Ταμείο ξεπερνά το Περιφερειακό Ταμείο.
establishing restricted channels for women-only access to european funds for various projects (capacity-building, entrepreneurship, microcredit, women's organisations, training, etc.)
η δημιουργία διόδων οι οποίες να καθιστούν δυνατή την αποκλειστική πρόσβαση των γυναικών στα ευρωπαϊκά κονδύλια για την υλοποίηση διαφόρων σχεδίων (ανάπτυξη ικανοτήτων, επιχειρηματικό πνεύμα, μικροπιστώσεις, σύσταση γυναικείων οργανώσεων, κατάρτιση, κλπ.)