Ask Google

Results for jordmaterialets translation from Danish to Greek

Human contributions

From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.

Add a translation

Danish

Greek

Info

Danish

En konfiguration af et materiale i jorden baseret på jordmaterialets inhomogenitet, mønster eller sprækker, der kan beskrives.

Greek

Διαμόρφωση ύλης στη γη βασιζόμενη σε ανομοιογένεια, πρότυπο ή θραύση υλικού της γης, που δύναται να περιγραφεί.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Udgravning, hvor jordmateriale fjernes i form af en jordprøve uden at foretage en profilbeskrivelse.

Greek

Εκσκαφή κατά την οποία αφαιρείται εδαφικό υλικό ως δείγμα εδάφους χωρίς τη διενέργεια οποιασδήποτε περιγραφής προφίλ εδάφους.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Naturligt jordmateriale under det øverste jordlag, der ligger oven på det uforvitrede oprindelsesmateriale.

Greek

Φυσικό εδαφικό υλικό που βρίσκεται κάτω από το επιφανειακό έδαφος και πάνω από το μη αποσαθρωμένο μητρικό υλικό.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Angiver, hvor stor en mængde af det mineralholdige jordmateriale, der består af jordpartikler inden for det angivne størrelsesinterval.

Greek

Καταδεικνύει πόση ποσότητα από το ορυκτό υλικό του εδάφους αποτελείται από σωματίδια εδάφους του προσδιοριζόμενου εύρους μεγεθών.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Aflejringsmateriale af ubestemt konsolideringstilstand, hvor mindst 50 % af de indeholdte partikler er blevet dannet ved erosion, forvitring eller skred af tidligere eksisterende jordmaterialer, og som er blevet transporteret til aflejringsstedet af mekaniske agenter såsom vand, vind, is eller tyngdekraft.

Greek

Ιζηματογενές υλικό απροσδιόριστης κατάστασης ενοποίησης στο οποίο τουλάχιστον το 50 τοις εκατό των σωματιδίων που το αποτελούν προήλθαν από διάβρωση, αποσάθρωση ή μαζική εξάντληση προϋπαρχόντων γαιωδών υλικών και μεταφέρθηκαν στον τόπο της απόθεσης από μηχανικούς παράγοντες, όπως τα ύδατα, ο άνεμος, ο πάγος και η βαρύτητα.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Et jordmateriale, der består af en aggregering af jordpartikler og eventuelt andre blandingsmaterialer

Greek

Γαιώδες υλικό που αποτελείται από συνάθροιση σωματιδίων γαιώδους υλικού, το οποίο πιθανώς περιλαμβάνει άλλα σύνθετα υλικά.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Fast aggregat af et eller flere jordmaterialer eller et udifferentieret mineralsk materiale eller fast organisk materiale.

Greek

Ενοποιημένη συνάθροιση ενός ή περισσότερων γαιωδών υλικών, ή μάζα μη διαφοροποιημένης ορυκτής ύλης ή συμπαγούς οργανικής ύλης.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Jordmateriale dannet ved magmatiske processer, f.eks. indtrængning og afkøling af magma i jordskorpen eller vulkanudbrud

Greek

Γαιώδες υλικό που σχηματίστηκε ως αποτέλεσμα πυριγενών διεργασιών, π.χ. διείσδυσης και ψύξης μάγματος στο φλοιό, έκρηξης ηφαιστείου.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Bjergarters bevægelse ved forskydning på forkastnings- eller forskydningszoner eller ændring af et jordmateriales form.

Greek

Μετακίνηση μαζών πετρωμάτων εξαιτίας της μετατόπισης ζωνών ρηγμάτων ή διατμητικών ζωνών, ή μεταβολή του σχήματος μιας μάζας γαιώδους υλικού

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

En proces eller en gruppe af processer, hvorved jordmaterialer eksponeret for atmosfæriske agenter på eller nær ved Jordens overflade ændrer farve, tekstur, sammensætning, fasthed eller form med begrænset eller ingen transport af det løsnede eller ændrede materiale.

Greek

Η διεργασία, ή η ομάδα διεργασιών, μέσω της οποίας τα υλικά της γης που είναι εκτεθειμένα σε ατμοσφαιρικούς παράγοντες πάνω ή κοντά στην επιφάνεια της γης μεταβάλλονται ως προς το χρώμα, την υφή, τη σύνθεση, τη σταθερότητα ή τη μορφή, με ελάχιστη ή καθόλου μεταφορά των υλικών που απελευθερώνονται ή μεταβάλλονται.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Enhver kemisk, fysisk eller biologisk proces, der påvirker et aflejret jordmateriale efter aflejringen og under eller efter litifikation, bortset fra forvitring og metamorfose.

Greek

Οποιαδήποτε χημική, φυσική ή βιολογική διεργασία που επηρεάζει ένα ιζηματογενές γαιώδες υλικό μετά την αρχική απόθεση, και κατά τη διάρκεια της λιθοποίησης ή έπειτα από αυτήν, με εξαίρεση τη αποσάθρωση και το μεταμορφισμό.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Et område med jævne eller ujævne akkumulationer eller dynger af affaldssten, jordmateriale eller almindeligt affald, der ikke kan anvendes til dyrkning af planter uden en storstilet landindvinding.

Greek

Περιοχή με ομαλές ή ανώμαλες συσσωρεύσεις ή σωρούς άχρηστων λίθων, γαιωδών υλικών ή γενικών απορριμμάτων που δεν μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη βλάστησης χωρίς σημαντική εξυγίανση.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

I bredeste forstand en cirkelformet eller elliptisk depression i et jordmateriale eller en bjergart forårsaget af et prøveprojektil eller –ammunition med ekstremt høj nedslagshastighed.

Greek

Συνήθως κυκλική ή ελλειπτική κοιλότητα που σχηματίστηκε από την πρόσκρουση με υπερβολική ταχύτητα πειραματικού βλήματος ή εκρηκτικού μηχανισμού σε γαιώδες ή πετρώδες υλικό.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

Menneskeskabte aflejringer af naturlige jordmaterialer og/eller affaldsmaterialer, der anvendes til at fylde en depression, til at udvide kystlinjen ud i et vandområde eller til bygning af dæmninger.

Greek

Τεχνητές αποθέσεις φυσικών γαιωδών υλικών ή/και αποβλήτων για την πλήρωση κοιλότητας, για την επέκταση της ξηράς μέσα σε ένα υδατικό σύστημα ή για την κατασκευή φραγμάτων.

Last Update: 2014-11-18
Usage Frequency: 1
Quality:

Danish

7.2 Regionsudvalget kræver derfor, at EU's, medlemsstaternes, regionernes og kommunernes foranstaltninger baseres på følgende principper: en sparsom og skånsom udnyttelse af jorden beskyttelse af særlig værdifuld jord mod nedbrydning og jordsammenslemming samt anvendelse af korrekte metoder til udgravning af jord, hvor det er uundgåeligt hovedvægt på genanvendelse af brugte arealer genanvendelse af jordmateriale, der ikke er forurenet, og korrekt behandling af forurenet jordmateriale nedbringelse af erosionsomfanget og forebyggelse af jordskred og lignende geologiske fænomener reduceret udledning af skadelige stoffer.

Greek

7.2 Συνεπώς, η Επιτροπή των Περιφερειών ζητά τα μέτρα σε κοινοτική, εθνική και περιφερειακή και τοπική κλίμακα, να βασισθούν στις ακόλουθες αρχές:

Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 1
Quality:

Get a better translation with
4,401,923,520 human contributions

Users are now asking for help:



We use cookies to enhance your experience. By continuing to visit this site you agree to our use of cookies. Learn more. OK