From professional translators, enterprises, web pages and freely available translation repositories.
possessing particular organoleptic qualities,
διαθέτει ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά,
Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:
algeria has the advantage of possessing natural riches.
Τούτο ισχύει και για τις άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες.
Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 2
Quality:
this includes, for example, those possessing practical knowledge.
Παραδείγματος χάριν, οι εμπειρογνώμονες που διαθέτουν πρακτικές γνώσεις.
Last Update: 2017-04-06
Usage Frequency: 1
Quality:
free movement of goods possessing artistic, historic or archaeological value
Η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία
Last Update: 2014-02-06
Usage Frequency: 2
Quality:
birand credits the general for possessing "outstanding qualifications" at such a time.
Ο Μπιράντ απονέμει εύσημα στο στρατηγό για την κατοχή "εξαιρετικών προσόντων" σε μια τέτοια στιγμή.
possessing artistic, historic or archaeological value; or the protection of in dustrial and commercial property.
προφυλάξεοις των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική ηξίη ή προσπισίης της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
'scheduled air service' shall mean a series of flights each possessing all the following characteristics:
ιβ) ως «τακτική αεροπορική μεταφορά» νοείται μια σειρά από πτήσεις, καθεμία από της οποίες παρουσιάζει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
no modern society could function unless well-established networks of organisations possessing democratic legitimacy existed at all levels.
Ένα σύγχρονο κράτος δεν μπορεί κατά την άποψη του να λειτουργήσει παρά μόνο εάν σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας υφίστανται καλοσυγκροτημένα δίκτυα οργανώσεων που διαθέτουν δημοκρατική νομιμότητα.
optical, diffuser, reflector or prism sheets, unprinted diffuser plates, whether or not possessing polarising properties, specifically cut
Ελάσματα ανταυγαστικά, φύλλα ανακλαστικά ή πρισματόφυλλα, όχι τυπωμένα ανταυγαστικά ελάσματα, για χρήση οπτική, με ή χωρίς ιδιότητες πολωτή, κομμένα κατά τρόπο ειδικό
(17) 'scheduled air service' means a series of flights possessing all the following characteristics:
(17) ‘τακτική αεροπορική γραμμή’, σειρά πτήσεων η οποία διαθέτει όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά πληροί όλους τους ακόλουθους όρους: