Da traduttori professionisti, imprese, pagine web e archivi di traduzione disponibili gratuitamente al pubblico.
the air flow causes adsorption by both fluidization and the deposition of adsorbents during filtration.
Το ρεύμα αέρος υφίσταται προσρόφηση τόσο με ρευστοποίηση όσο και με απόθεση προσροφητικών μέσων κατά τη διήθηση .
the process is based on the adsorption of pollutants using specially developed adsorbents, followed by filtration treatment.
Η μέθοδος βασίζεται στην προσρόφηση ρυπαντών μέσω ειδικά ανεπτυγμένων προσροφητικών μέσων, κατά τη διάρκεια διηθητικής επεξεργασίας.
the air flow makes for efficient adsorption of the pollutants and particles from the air by both fluidization and the deposition of adsorbents during filtration.
Με το ρεύμα αέρα επιτυγχάνεται αποτελεσματική απορρόφηση των ρυπαντών και της σκόνης που περιέχει, τόσο με ρευστοποίηση όσο και με απόθεση προσροφητικών μέσων κατά τη διήθηση.
the flow of waste water through the cleaning system causes adsorption of the pollutants by both fluidization and the deposition of adsorbents on the filter unit.
Κατά τη διέλευση των λυμάτων από το σύστημα καθαρισμού προκαλείται προσρόφηση των ρυπαντών τόσο με ρευστοποίηση όσο και με απόθεση προσροφητικών μέσων στη μονάδα διήθησης.
in cases of oral intoxication, gastric lavage and/ or the use of adsorbents (such as activated charcoal) may be helpful, if used shortly after intake.
Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης από το στόμα, η πλύση στομάχου και/ ή η χρήση προσροφητικών ουσιών (όπως ο ενεργός άνθρακας) μπορεί να είναι βοηθητική εάν χρησιμοποιηθούν σύντομα μετά τη λήψη.
23 treatment of overdosage of tandemact primarily consists of preventing absorption of glimepiride by inducing vomiting and then drinking water or lemonade with activated charcoal (adsorbent) and sodium-sulphate (laxative).
Η αντιµετώπιση υπερδοσολογίας του tandemact συνίσταται κυρίως στην πρόληψη της απορρόφησης της γλιµεπιρίδης προκαλώντας έµετο και πίνοντας στη συνέχεια νερό ή λεµονάδα µε ενεργοποιηµένο άνθρακα (προσροφητικό) και θειικό νάτριο (υπακτικό).